ναυπηγικός

ναυπηγικός
-ή, -ὁ (Α ναυπηγικός, -ή, -όν) [ναυπηγός]
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη ναυπηγία ή αυτός που είναι κατάλληλος για τη ναυπηγία
2. (το θηλ. και το ουδ. ως ουσ.) η ναυπηγική και το ναυπηγικό
α) η επιστήμη και η τέχνη τής σχεδίασης και κατασκευής πλοίων, η τέχνη τού ναυπηγού
β) ναυπήγηση
3. φρ. «ναυπηγική κλίνη»
ναυτ. χώρος συναρμολόγησης τών ξύλινων πλοίων
αρχ.
συμβόλαιο για την κατασκευή πλοίου.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • ναυπηγικός, -ή — ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη ναυπήγηση ή στην τέχνη της ναυπήγησης: Ναυπηγική τέχνη. – Nαυπηγική πείρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ναυπηγικά — ναυπηγικός for shipbuilding neut nom/voc/acc pl ναυπηγικά̱ , ναυπηγικός for shipbuilding fem nom/voc/acc dual ναυπηγικά̱ , ναυπηγικός for shipbuilding fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναυπηγικῶν — ναυπηγικός for shipbuilding fem gen pl ναυπηγικός for shipbuilding masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναυπηγικόν — ναυπηγικός for shipbuilding masc acc sg ναυπηγικός for shipbuilding neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναυπηγικῆς — ναυπηγικός for shipbuilding fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναυπηγικῇ — ναυπηγικός for shipbuilding fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναυπηγική — ναυπηγικός for shipbuilding fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναυπηγικήν — ναυπηγικός for shipbuilding fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναυπηγικῷ — ναυπηγικός for shipbuilding masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναυπηγικάς — ναυπηγικά̱ς , ναυπηγικός for shipbuilding fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”